Ὁ Μηχανισμός τῶν Ἀντικυθήρων

Antikythera Mechanism model by Hublot: front face
Fragment G

Σύντομον χρονικὸν ποιητικὸν
εἰς στίχους δεκαπεντασυλλάβους
ζευγαρωτοὺς ὁμοιοκαταλήκτους.
Ἀφιερώνεται στοὺς Συμιακοὺς δύτες
ποὺ ἔφεραν στὸ φῶς αὐτὸν τὸν θησαυρὸ
τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος
.

Ἀκοῦστε ραδιόφωνα, δεῖτε τηλεοράσεις,
νὰ μάθετε τοῦ φεγγαριοῦ τὶς κυκλικὲς διαβάσεις,
τὸ πότʼ ὁ ἥλιος ὁ λαμπρὸς χάνει τὸ πρόσωπό του
καὶ πότε ὁ φεγγαρόκυκλος πάει στʼ ἀπόσκιό του.
Τʼ ἀστέρια πότε βγαίνουνε στὸν οὐρανὸ σεργιάνι
καὶ πότε πᾶν νὰ παίξουνε στῆς δύσης τὸ μεϊντάνι.
Καὶ οἱ πλανῆτες οἱ τρελοὶ πότε κλωθογυρίζουν
τὸν ἥλιο γυροφέρνοντας κι ὅλοι μαζὶ γλεντίζουν.
Καὶ στὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρη πότε κάνουν ἀγῶνες
ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα καὶ γιὰ πολλοὺς αἰῶνες.

Αὐτὰ κι ἄλλα τὰ μάθαινες μὲ ἕνα μηχανάκι
ποὺ σὰν ρολόϊ ἕμοιαζε σʼ ένα μικρό κουτάκι.
Γρανάζια εἶχʼ ἀπό μπροστά, γρανάζια κι ἀπὸ πίσω
κι ὅλα γυρίζανε μαζί, μὰ πῶς νὰ τὸ ξηγήσω,
γιατʼ εἶναι θάμα τεχνικῆς καὶ θάμα ἐγκεφάλου
καὶ ἀστρονόμου, τεχνικοῦ καὶ δάσκαλου μεγάλου.
Καὶ γράψανε ἀπάνω του ἕνα σωρὸ ἐξηγήσεις,
τὸ πῶς γυρίζʼ ὁ ἥλιος καὶ πότʼ εἶνʼ οἱ ἐκλείψεις
τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ φεγγαριοῦ ἡ χάση καὶ ἡ φέξη,
κι ὁ Ἄρης πότε κυνηγᾶ τὴν Ἄφρο γιὰ νὰ παίξει,
νὰ κάνει πλάκα στὸν Ἑρμῆ, τὸν Δία νὰ γελάει
κι ὁ ἄγριος Κρόνος νὰ κοιτᾶ καὶ νὰ παραμιλάει.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκρυβε θάλασσʼ Ἀντικυθήρων
σʼ ἕνα καράβι παλαιὸ ἐμπόρων καὶ ναυκλήρων,
ποὖταν κακοταξίδευτο καὶ κακοτυχισμένο
καὶ τὄριξε ὁ ἄνεμος στὸν πάτο βυθισμένο.
Ἀπὸ τὴ Ρόδο κίνησε στὴ Ρώμη γιὰ νὰ πάει
μʼ ἀγάλματα καλότεχνα ποὺ ὁ νοῦς σου δὲν χωράει,
μαρμάρινα καὶ χάλκινα ἀγωνιστῶν σπουδαίων
καὶ φιλοσόφων, ποιητῶν, πολεμιστῶν ἀρχαίων.
Καὶ ἕνα λεβεντόπαιδο, κορμὶ γεροδεμένο,
στὴ σφαῖρα πρῶτος ἀθλητὴς κι ἀπʼ ὅλους παινεμένο.
Τὸ πρόσωπό του ἔδειχνε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του
κι ἡ ἤρεμή του ἡ ματιὰ τὸ μέτρο τῆς τιμῆς του.
[Κι ἕνα βαρβάτο ἄλογο νὰ τρέχει μανιασμένο
μὲ καβαλλάρη πάνω του ἀγόρι ἀγριεμένο.]

Κι ἦταν ἐκείνη τὴ χρονιὰ στὰ χίλια ἐννιακόσια
κοντά στὶς μέρες τῆς Λαμπρής καὶ γιὰ νὰ βγάλει γρόσια
ἕνα σφουγγαροκάϊκο σὰν κίνησʼ ἀπʼ τὴ Σύμη
σʼ ἕνα ταξίδι μακρινὸ στῆς Μπαρμπαριᾶς τὴ Σύρτη,
ὁ ἄνεμος τὸ ἔφερε κάτʼ ἀπʼ τὸ Τσηριγότο
κι ἀρόδου ἐσταμάτησε, πρὶν πάει γιὰ τὸν νότο.
Δυὸ σφουγγαράδες Συμιακοὶ σὰν βούτηξαν νὰ βροῦνε
χταπόδια γιὰ νὰ ψήσουνε καὶ νὰ μὴν ἀρτυθοῦνε
γιατʼ ἤτανε σαρακοστῆς νηστίσιμη ἡμέρα
καὶ καβουρμᾶ ἡ μυρωδιά δὲν βγαίνει στὸν ἀέρα,
ὁ ἕνας βγῆκε νὰ κρατεῖ ἀντὶ γιὰ ἕνα χταπόδι
ἕνα μπακίρικο κορμὶ χωρὶς κανένα πόδι.
«Μωρὲ τὶ θάμα εἶνʼ τοῦτο δῶ», ξεφώνησε μὲ μίας
«μαρμαρωμένοι ἄνθρωποι, πετάματα τῆς μοίρας.
Ἕνα καράβι ὁλόκληρο στὸν πάτο καθισμένο
μὲ χίλιες δυὸ πολύτιμες πραμάτειες φορτωμένο».

Ἀμέσως τηλεγράφησαν στὸν ὑπουργό παιδείας,
ποὺ ἤτανε ὑπεύθυνος τῆς ἀρχαιολογίας,
νὰ στείλει ἐπιστήμονες καὶ ἄλλους σπουδαγμένους
νὰ βγάλουνε τοὺς θησαυροὺς τοὺς θαλασσοκρυμμένους.
Κι οἱ θαρραλέοι Συμιακοί βουτήξανε μὲ πάθος
νὰ βγάλουνε τʼ ἀγάλματα ἀπʼ τὸ μεγάλο βάθος,
κι ἀνάμεσά τους μιὰ χοντρὴ πέτρα σὰν μία μπάλα
γεμάτη στρείδια, χώματα καὶ ὄστρακα μεγάλα.
Ἀδιάφορα τὴν ἀφῆσαν στὴν ἄκρη πεταμένη
δίπλα στὰ μάρμαρα ἐκεῖ, μόνη καὶ ξεχασμένη.
Κάποιος ποὔξερε γράμματα, σὰν εἶδε δυὸ ψηφία,
μισοσβησμένα ὀνόματα κι ἄλλα πολλὰ σημεῖα:
«βρὲ τοῦτο δῶ παράξενο, δὲν εἶναι σὰν τὰ ἄλλα,
γιʼ ἀστέρια λέει κι οὐρανὸ καὶ θάματα μεγάλα».
Τὴ μπάλα πήρανε προσεχτικὰ καὶ τὴν ἐκαθαρίσαν
κι ἀμέσως μετανοιώσανε ποὺ τὴν περιφρονῆσαν,
γιατʼ ἦτανε μηχανισμός, τʼ ἀστέρια που διαβάζει,
μοναδικὸς περίεργος, ποὺ ὁ νοῦς σου δὲν τὸ βάζει.

Ἔτσι λοιπὸν ἀρχίσανε τοῦ κόσμου οἱ σπουδαγμένοι,
ἀρχαιολόγοι, ναυτικοὶ κι ἀστρογραμματισμένοι
νὰ μελετᾶν, νὰ ψάχνουνε τί ʼναι τὸ μηχανάκι,
πότε καὶ ποιὸς τὸ ἔφτιαξε αὐτὸ τὸ γκατζετάκι.
Τὸ πῆραν καὶ τὸ βάλανε στὸ Ἐθνικὸ Μουσεῖο
ὅλος ὁ κόσμος ταῶν Γραικῶν νὰ δεῖ τὸ μεγαλεῖο,
πῶς τὄφτιαξαν καὶ δούλευε καὶ πῶς τὸ μελετῆσαν,
πῶς τὰ γρανάζια γύριζαν καὶ πῶς τὰ ἐμετρῆσαν,
πῶς μέσα κι ἔξω γράψανε γράμματα κεφαλαῖα,
νὰ δείχνουνε τὸ κάθε τὶ ξεκάθαρα κι ὡραῖα
χωρὶς κανένα μυστικό, χωρὶς νὰ κρύβουν γνώση,
ποὺ ὁ καθένας νὰ μπορεῖ νὰ μάθει καὶ νὰ νοιώσει
τοῦ φεγγαριοῦ τὶς ἔκλειψες, τῶν πλανητῶν τοὺς δρόμους
τοῦ ἥλιου τὶς διαδρομές, τῶν ἀστεριῶν τοὺς νόμους,
νἆναι ἡ γνώση φανερή, νἆναι λευτερωμένη
σʼ ὅλον τὸν κόσμο νʼἁπλωθεῖ, σʼ ὅλη τὴν οἰκουμένη.

Περάσαν χρόνια ἀρκετὰ κι ἕνα σωρὸ ἀστρονόμοι
μὲ πεῖσμα δούλευαν νὰ βροῦν ποιοὶ εἶνʼ αὐτοὶ οἱ νόμοι
τῆς φύσης καὶ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῆς τεχνολογίας
ποὺ δείχνει τὸ μηχάνημα τῆς παλιοαστονομίας.
Ἀπὸ παντοῦ μαζεύτηκαν Ἑλλάδα καὶ Ἀγγλία
μὰ κι ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ κι αὐτὴν τὴν Αὐστραλία
νὰ μελετήσουνε μαζί, τὸ μυστικό νὰ βροῦνε
τὸ μηχανάκι ποὔκρυβε καὶ μᾶς νὰ μᾶς τὸ ποῦνε.
Φέραν καὶ μηχανήματα νέας τεχνολογίας
τὰ πρῶτα τῆς ἀξονικῆς φωτοτομογραφίας,
εἰκόνες γιὰ νὰ βγάλουνε στʼ ἀπόκρυφα τὰ μέρη
ποὺ κολλημένα ἤτανε σὰν σάντουιτς κασέρι.
Γράμματα νὰ διαβάσουνε, ὀνόματα καὶ λέξεις,
νὰ λύσουν τὸ μυστήριο, τῶν πλανητῶν τὶς θέσεις.
Διαβάσαν, μελετήσανε, μετρῆσαν, σχεδιάσαν
μιλῆσαν, ξαναμίλησαν καὶ ὣς τὸ τέρμα φτάσαν.
Καὶ τελικὰ μᾶς εἴπανε τί λέει τὸ μηχανάκι
πολὺ ἁπλὰ καὶ καθαρὰ ὡσὰν παραμυθάκι.

Καὶ πρῶτες πρῶτες στὴ σειρὰ καὶ μέσα στὸ Μουσεῖο
μὲ ζῆλο δούλευαν πολὺ ἀρχαιολόγες δύο.
Ἦταν ἀρχόντισσα ἡ μιά, Μαίρη ἡ Ζαφειρένια,
ποὖταν τὰ χαλκοπράγματα ἡ μόνη της ἔγνοια.
Καὶ ψάχνοντας καὶ ψάχνοντας τὰ παλαιὰ κουτάκια
εὑρῆκε καὶ ἐπρόσθεσε δυὸ τρία θραυσματάκια.
Ἡ ἄλλη ἐπιστήμονας στὰ μέταλλα τʼ ἀρχαῖα,
Ἑλένη Μάγκου εἶνʼ αὐτὴ μʼ εὑρήματα σπουδαῖα.
Μᾶς εἶπʼ ὅτʼ εἶναι χάλκινο λίγο τενεκεδένιο,
εἶνʼ ἀπό μέταλλο σκληρό, καθόλου τιποτένιο.
Ἦρθε ὁ Φρὶθ ὁ καραφλὸς στοὺς ἀριθμοὺς σπουδαῖος
μὲ πεῖσμα ἐγγλέζικο πολὺ καὶ στὴ δουλειὰ μοιραῖος.
Κι ὁ Ἔντμουντς ὁ σγουρόμαλλος μὲ περισσὴ σοφία
πρῶτος ἀστροδιδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία.
Κι ὁ Σειραδάκης Κρητικὸς μʼ ἀπʼ τὴ Μακεδονία
μπέρδευε τὰ καπέλα του μὲ τὴν ἀστρονομία.
Κι ὁ Ξενοφώντας ὁ Μουσᾶς καμάρι τῆς Ἠλείας
κι ἀστρονομίας δάσκαλος καὶ φυσικῆς παιδείας.
Ἔσμιξʼ ὁ Γιάννης ὁ μικρός, Μπιτσάκη τὸν φωνάζουν,
πρῶτος στὰ μαγειρέματα, ποὺ ὅλοι τὸν θαυμάζουν.
Καὶ τελευταῖος ἦρθʼ ὁ Τζόνς, ἡ κόκκινη φατσούλα,
μὲ γνώση ἀστρονομικὴ μʼ ὑπογραφὴ καὶ βούλα.
Σᾶς λέω κι ἕνα μυστικὸ ποὺ στὸ μυαλό μου τὄχω:
δὲν θὰ γινόταν τίποτα χωρὶς τὸν ξενοδόχο,
ποὖν’ τοῦ Μουσείου ἀρχηγὸς μὲ γνώση καὶ μὲ τάξη
Νίκος Καλτσὰς στὸ ὄνομα καὶ στὴ θωριὰ μετάξι.

Κι ἂν τώρα μὲ ρωτήσετε ποιὸς εἶναι ὁ στιχογράφος,
εἶνʼ Ἀγαμέμνων ὁ οἰκτρὸς ὁ καὶ παλαιογράφος,
ποὺ ἔβγαλε τὰ μάτια του διαβάζοντας μὲ πεῖσμα
τὸ θραῦσμα τζὶ τὶ ἔγραφε μὲ κάπα δέλτα σίγμα.

Ἰούνιος 2016

Ἀκολουθεῖ ἀπάντηση ἀνωνύμου στιχουργοῦ (ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ ἰστομάστορος τῇ 21ῃ Ἰουνίου, ἡμέρᾳ τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου)

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΡΗΤΟΣ
ΠΡΟΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΝ ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΦΟΝ

Φίλε μου Μέμο, έλαβα το ποίημα που με οίστρο
το σκάρωσες και τό’στειλες· λόγια σωστά δεν βρίσκω
για να σου πω ευχαριστώ, να δείξω τη χαρά μου,
που ένας νέος ποιητής μπήκε στην συντροφιά μου.

Στα χνάρια του Ρωτόκριτου, με ρίμες του Κορνάρου,
μας μίλησες για ουρανούς, κύκλους παλιούς του Σάρου,
γι’αγώνες και γι’αστερισμούς, εκλείψεις και πλανήτες,
για καλαντάρια και θεούς που σμίλεψαν τεχνίτες.

Και όλα αυτά κατάφερε του Έλληνα η γνώση
να τα χωρέσει σε κουτί κι’εκεί να τα κλειδώσει
για να τα βρούμ’εμείς ξανά στης θάλασσας τα βάθη,
που σφουγγαράδες βούταγαν και τώρα βαθυσκάφη.

Εκεί στα Αντικύθηρα το εννιακόσια ένα
βρήκανε τον μηχανισμό, που όμοιο κανένα
δεν μπόρεσαν να φτιάξουνε σοφοί και αστρονόμοι,
και ούτε καν πώς δούλευε δεν ξέρουνε ακόμη.

Μ’επιμονή προσπάθησαν να βρουν τα μυστικά του,
που οι αρχαίοι γράψανε πάνω στο κάλυμμά του.
Χωρίς αυτά τα κείμενα δεν θα βρισκόταν λύση,
γιαυτό κι’όλοι περίμεναν τον Μέμο να μιλήσει.
Κι’αυτός με οίστρο περισσό και με αυτοθυσία
τ’απόκρυφα μελέτησε για νά ’βρει την ουσία,
κι’έβγαλε τα ματάκια του διαβάζοντας με πείσμα
να καταλάβει τι θα πει το κάππα δέλτα σίγμα.

Μα φαίνεται πως μπέρδεψε τ’απόκρυφα χωρία
κι’αντί για κοτζάμ Έφηβο είδε μια οπτασία:
Ενώ καράβια χάθηκαν στης θάλασσας τον πάτο,
εκείνος είδε στο βυθό ένα άλογο βαρβάτο,
μέσ’ στα νερά τα σκοτεινά να τρέχει μανιασμένο,
με καβαλλάρη πάνω του αγόρι αγριεμένο.
Φαίνεται δεν κατάλαβε το χάσμα Α(λφα) - - - ΜΙΣΙ
πως σήμαιν’ ότι βρέθηκε κοντά στο Α[ρτε]μίσι.
Μα άλογο ήταν αυτό, ξέφυγε απ’τα ηνία,
στο Τσιριγότο έφτασε, ποητική αδεία!

Συνήλθε όμως γρήγορα από την παραζάλη
και παίνεσε σαν Πίνδαρος του Έφηβου τα κάλλη!
Όσο για τ’άλογο, κι’αυτό δεν βγήκε ζημιωμένο,
φτερά Πηγάσου απόκτησε και πέταξε τον Μέμο
στου Παρνασσού τις κορυφές, στων ποιητών την Ίδη,
παρέα με τον Όμηρο και τον Δελαπατρίδη!